(Αναδημοσίευση κατόπιν αδείας του Συγγραφέως)
 
Το μίασμα της ανθρωπότητας
 
του Νικήτα Φαγού *
 
 
Όλοι πλέον αντιλαμβάνονται πως τα πράγματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι εξαιρετικά σοβαρά. Ο προαιώνιος εχθρός του Έθνους, αυτός που είναι υπεύθυνος για το κατάντημα μας να παραμείνουμε ένα κράτος μικρό και εξαρτημένο και που η σκιά του οποίου πλανάται συνεχώς από πάνω μας, ψάχνει την κατάλληλη στιγμή να μας επιφέρει καίρια πλήγματα. Ο εχθρός είναι πολεμοχαρής, θρασύς, πανούργος, επικίνδυνα φανατισμένος, χρησιμοποιεί κάθε αθέμιτο μέσο και, δυστυχώς για εμάς, νιώθει δυνατός. Φέρει μαζί του την αυτοπεποίθηση ότι σε περίπτωση σύρραξης θα μπορέσει να υπερισχύσει εις βάρος μας, σχεδόν πλήρως.
 
Έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα ελεεινό αντίπαλο που δεν σέβεται κανένα. Ένα κράτος που κινείται μέσα σε ένα απόλυτα μιλιταριστικό πνεύμα και του οποίου οι στόχοι του γίνονται όλο και σκοτεινότεροι. Η νοοτροπία της σημερινής τουρκίας λίγο διαφέρει από την αντίστοιχη της οθωμανικής τους αυτοκρατορίας, που αιματοκύλησε πολλά από τα έθνη που ασφυκτιούσαν κάτω από την μπότα της.
 
Λίγοι άνθρωποι πιστεύουν πλέον ότι για την σημερινή χυδαία στάση των τούρκων απέναντι μας φταίει μόνο ο σουλτάνος ερτογάν και ότι αν υπήρχε πιθανότητα αυτός να φύγει από την εξουσία τα πράγματα θα επανέρχονταν στην ομαλότητα. Καταφανέστατα, δεν φταίει μόνο ο σουλτάνος για αυτή την πολεμική που ασκεί απέναντι μας. Ακόμα και να φύγει, αυτό το μίσος εναντίον μας που μεθοδικά εξωτερικεύεται από τους βαρβάρους δεν πρόκειται να κοπάσει. Όπως άλλωστε, δεν έφταιγε μόνο ο Αδόλφος Χίτλερ για το ότι οι Γερμανοί είχαν μετατραπεί αφηνιασμένα τέρατα που ξεχύθηκαν για να κατακτήσουν τον κόσμο.
 
Μπροστά στην ολοένα κλιμακούμενη τουρκική απειλή να αφαρπάξει τις θάλασσες μας, να καταβροχθίσει τα νησιά μας και να ταπεινώσει την εθνική μας αξιοπρέπεια η Ελλάς παραθέτει, κατά πολλούς, απαρχαιωμένα όπλα. Προτάσσουμε την απόλυτη προσήλωση μας προς το διεθνές δίκαιο, τον σεβασμό όλων των διεθνών συμφωνιών και την εφαρμογή του δικαίου της θάλασσας, όπως αυτή συναρμολογήθηκε το 1982. Χρησιμοποίησα την λέξη απαρχαιωμένα διότι όλα τα πιο πάνω θα μετρούσαν απέναντι σε μία φυσιολογική χώρα. Για τους τούρκους όμως υπάρχει μόνο το δίκαιο του ισχυρού, ούτε το διεθνές ισχύει, ούτε εκείνο που απορρέει από συμφωνίες.
 
Η πικρή αλήθεια είναι ότι σε όλη τη διαχρονική πορεία της ιστορίας μας δεν μπορέσαμε ποτέ να ανταγωνιστούμε την πειρατική πολιτική των τούρκων. Δεν μπορέσαμε ποτέ, παρά ελάχιστες εξαιρέσεις, να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από την στοχευμένη τους τακτική εξολόθρευσης, ούτε να ανταποδώσουμε τα δεινά και τις σφαγές που μας έχουν κάνει. Κι ο λόγος δεν είναι μόνο ιστορικός αλλά και ψυχομετρικός. Η ιστορία μας είναι έντονα συνυφασμένη μαζί τους, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει ανάμεσα στους δύο λαούς μία εκ διαμέτρου αντίθετη κουλτούρα, ιδιοσυγκρασία, τρόπος σκέψης και αντίδρασης, ψυχοσύνθεση, ιστορικές καταβολές μέχρι και βιολογικό υπόβαθρο. Αυτή η εκ διαμέτρου αντίθεση είναι τόσο μεγάλη όσο η μέρα από την νύκτα. Οι τούρκοι γνωρίζουν ότι απέναντι τους έχουν ένα αντίπαλο με αναστολές, που δεν μπορεί να τους ανταγωνιστεί, διότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τις παρανοϊκές μεθόδους που χρησιμοποιούν εκείνοι ούτε να συμπεριφερθεί ως ένας ληστής όπως πράττουν εκείνοι. Γνωρίζουν ότι δεν έχουν απέναντι τους ένα εξίσου σκληρό και πολεμοχαρή λαό, όπως θα ήταν για παράδειγμα η ναζιστική Γερμανία ή το καθεστώς της Βορείου Κορέας, που θα τους δυσκόλευε. Απέναντι τους είναι ένας ευγενής και πολιτισμένος λαός, που δεν φανατίζεται από τους πολιτικούς, που είναι αδύνατον να εμβολιαστεί με εθνικιστικό μίσος, που θέλει να ζήσει ήσυχα και ειρηνικά, που σέβεται τους γείτονες του, που δεν έχει εδαφικές βλέψεις από κανένα. Ένα λαό που προσπαθεί να ξεχάσει όλα τα δεινά αιώνων καταπίεσης που του προκάλεσαν. Ένα λαό που συγχωρεί εύκολα. Οι τούρκοι όμως δεν συγχωρούν, ούτε και ξεχνούν βέβαια ότι πριν από εκατό χρόνια οι Έλληνες έφθασαν στις παρυφές της άγκυρας, γεγονός που η προπαγάνδα τους μεγαλοποιεί στα σημερινά εγχειρίδια ιστορίας που μαθαίνουν τα τουρκόπουλα στα σχολεία.
 
Από τον καιρό δημιουργίας των Σελτζούκων, τον 10ο αιώνα, η ιστορία των τούρκων χαρακτηρίζεται από κτηνωδίες και αιματοχυσία. Η πολεμοχαρής τους προσήλωση μέσω της εύκολης χρήσης βίας προς τον αδύνατο χαρακτήριζε τους οθωμανούς σουλτάνους, αλλά ακριβώς ο ίδιος τρόπος δράσης χαρακτηρίζει και τους σημερινούς νεότουρκους. Επιπρόσθετα, αυτούς τους βαραίνει και η σχιζοφρενική εμμονή τους ότι τάχα αδικήθηκαν από την Συνθήκη της Λοζάνης του 1923, που υπέγραψε ο Ελ. Βενιζέλος με τον Ισμέτ πασά. Μπορεί να πέρασαν αιώνες, μπορεί πολλά πράγματα να άλλαξαν, οι τούρκοι όμως δεν άλλαξαν και δεν αλλάζουν. Έχοντας ως αιχμή του δόρατος την επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, της πλήρους παράβασης του διεθνούς δικαίου αλλά και την παρακίνηση της μάζας μέσω της συνεχούς προπαγάνδας, οδεύουν πάντα προς την επίτευξη των κατακτητικών τους στόχων.
 
Ο μιλιταριστικός τρόπος σκέψης, οι χωρίς όρια εμπρηστικές τους δηλώσεις, η προσπάθεια αλλοίωσης της ιστορίας αλλά και οι αισχρές προβοκατόρικες ενέργειες τους δεν μπορούν να συγκριθούν με τίποτα λιγότερο παρά με εκείνες της ναζιστικής Γερμανίας.
 
Όταν απέναντι σου έχεις ένα εχθρό που φθάνει στο σημείο να παραποιεί τους γεωγραφικούς χάρτες, τοποθετώντας δυτικότερα το Καστελόριζο, την Ρόδο και την Κρήτη (βάσει του τουρκολιβυκού μνημονίου) δεν πρόκειται μόνο για ένα επικίνδυνο παραλήρημα αλλά και μία ένδειξη μέχρι που μπορεί να φθάσει η παράνοια του. Εδώ, η αναφορά σε παραλληλισμούς κρίνεται απαραίτητη. Παραποιημένους χάρτες παρουσίαζαν και οι ναζί διπλωμάτες προς την Πολωνική κυβέρνηση, το καλοκαίρι του 1939, απαιτώντας την δια πυρός και σιδήρου πρόσβαση προς το Gdansk. Η επόμενη προβοκατόρικη ενέργεια των ναζί δεν άργησε να υλοποιηθεί. Στις 20 Αυγούστου 1939 Γερμανοί κατάδικοι εκτελέστηκαν μέσα στα γερμανικά συνοριακά φυλάκια, με σφαίρες του πολωνικού στρατού, αφού πρώτα τους φόρεσαν στολές συνοριακών φρουρών. Η πράξη χρεώθηκε φυσικά στους Πολωνούς. Μέσα σε όλο αυτό το διάστημα η ναζιστική προπαγάνδα οργίαζε. Κάτω από ένα ντελίριο συνεχών εμπρηστικών δηλώσεων και απειλών, οι ναζί επιτελείς υπογράμμιζαν ότι η υπομονή της Γερμανίας έχει τα όρια της, η Πολωνία προκαλεί συνεχώς και δοκιμάζει τις αντοχές του καθεστώτος, η Γερμανία θα συντρίψει το κεφάλι του εχθρού, κλπ. Έχοντας ως δικαιολογία όλες τις παραπάνω προβοκατόρικες ενέργειες, η χιτλερική Γερμανία εισέβαλε στην χώρα την 1η Σεπτεμβρίου, σηματοδοτώντας έτσι την έναρξη του Β’ ΠΠ.
 
Είναι ακριβώς την ίδια προπαγάνδα, τις ίδιες χυδαίες δηλώσεις και τα ιστορικά ψέματα που χρησιμοποιεί πλέον καθημερινά ο σουλτάνος ως επίσης ολόκληρο το υπουργικό του συμβούλιο καθώς και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου. Η διαφορά όμως με το σήμερα είναι ότι η τουρκία δεν θέλει να ξεκινήσει πρώτη την θερμή διένεξη, μας προκαλεί για να περιπέσουμε στο λάθος ή στο ατύχημα, ώστε να χρεωθεί σε εμάς η πρώτη τουφεκιά.
 
Στην προσπάθεια της να κρατήσει τις μάζες φανατισμένες για να τους σπρώξει ευκολότερα στον πόλεμο, η ναζιστική προπαγάνδα χρησιμοποιούσε κατά κόρον το επιχείρημα ότι η χώρα τους βρισκόταν σε κίνδυνο και πως ήταν περικυκλωμένη από εχθρούς. Τα ίδια επιχειρήματα χρησιμοποίησαν οι νεότουρκοι κατά τη σφαγή των Αρμενίων. Τα ίδια ακριβώς ακούμε και σήμερα από τον ερτογάν και το επιτελείο του.
 
Η αυξανόμενη αυτή προκλητικότητα σε συνδυασμό με την εντατική στρατικοποίηση και τον φανατισμό μίας κτηνώδους μάζας, μας παραπέμπει στις επισημάνσεις του μετριοπαθούς Αμερικανού καθηγητή Γουίλιαμ Ε. Ντοντ, ο οποίος είχε διορισθεί από τον Φρ. Ρούσβελτ τον Ιανουάριο του 1933 ως πρεσβευτής των ΗΠΑ στη χιτλερική Γερμανία.
 
Σε μία βαρύνουσα επιστολή του προς το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών, τον Ιούλιο του 1933, ο Ντοντ έγραψε: “Εύχομαι να μπορέσω να σας πείσω να κατανοήσετε την επικινδυνότητα της αυξανόμενης προκλητικότητας και την ανάπτυξης αυτού του στρατιωτικού πνεύματος εδώ στη Γερμανία. Αν αυτή η κυβέρνηση διατηρήσει την εξουσία και συνεχίσει να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με την ίδια ένταση, θα καταστήσει τη Γερμανία στα προσεχή χρόνια κίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη. Λάβετε ακόμη υπόψη ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι ιθύνοντες αυτής της κυβέρνησης έχουν μία νοοτροπία την οποία εσείς κι εγώ αδυνατούμε να συλλάβουμε. Μερικοί από αυτούς είναι ψυχοπαθείς, οι οποίοι υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να βρίσκονται έγκλειστοι”.
 
Αν οι ορθότατες αυτές επισημάνσεις του καθηγητού Ντοντ τύγχαναν της δέουσας σοβαρότητας από το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, τότε ίσως να μην φθάναμε στην δίνη του Β’ ΠΠ. Σήμερα, η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται αλλά με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Ελπίζουμε όλοι εκείνοι που κινούν τα νήματα της παγκόσμιας πολιτικής διπλωματίας να κάνουν τους σωστούς παραλληλισμούς και να καταλάβουν ότι φέρουν την ολέθρια ευθύνη που τα τελευταία 70 χρόνια δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να “ταΐζουν το φίδι”, που έχει πλέον μεγαλώσει και καταστεί απειλή για όλους μας. “Τάιζαν το φίδι”, όπως το ίδιο έπραξαν και με τους ναζί, έχοντας τη ψευδαίσθηση ότι με αυτό τον τρόπο εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα τους. Η διαπίστωση μου είναι ότι ο Geoffrey R. Pyatt, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, μεταφέρει τη σωστή εικόνα των γεγονότων προς την κυβέρνηση της χώρας του αλλά δεν ξέρω αν η τελευταία, έχοντας ένα ανόητο και διεφθαρμένο πρόεδρο στο πηδάλιο, κατανοεί πλήρως τη σοβαρότητα της κατάστασης. Κι επανέρχομαι στα λόγια του Γουίλιαμ Ντοντ, όταν τον Οκτώβριο του 1939 έγραψε στον Ρούσβελτ “Αν οι δυτικές δυνάμεις κατανοούσαν έγκαιρα την κατάσταση και συνασπίζονταν να αναχαιτίσουν το τέρας, τότε δεν θα φθάναμε στον πόλεμο”. Ο Ντοντ απεβίωσε τέσσερις μήνες αργότερα, αλλά η δικαίωση του ήρθε το 1942, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος παραδέχθηκε δημοσίως ότι ήταν μοιραίο λάθος που δεν ακολούθησε τις συμβουλές του έντιμου πρεσβευτή του και έδειξε εγκληματική ανοχή στην προκλητικότητα και στην πολεμική προπαρασκευή της ναζιστικής Γερμανίας.
 
Οι ναζί δεν υπάρχουν πια. Το ναζιστικό καρκίνωμα νικήθηκε, εξουδετερώθηκε, ξεκληρίστηκε, κάτω από το βαρύ κόστος της απώλειας 56 εκατομμυρίων ανθρώπων. Η σημερινή Γερμανία αποτελεί πρότυπο δημοκρατίας, χώρας σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο. Έχει αποποιηθεί και καταδικάσει το αμαρτωλό παρελθόν της, παρόλο που κανείς μας δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχάσει το αιματοκύλισμα που προκάλεσε.
 
Το όμοιο του όμως βρίσκεται εδώ. Δυνατότερο και πιο διεστραμμένο παρά ποτέ. Για να βασανίσει εμάς και τα παιδιά μας. Για να σφίγγει τον κλοιό τριγύρω μας σαν μέγγενη και κάτω υπό τη συνεχή απειλή χρήσης βίας να εξευτελίζει την αξιοπρέπεια μας και να μας φοβερίζει να χρησιμοποιούμε τις θάλασσες, τα ακριτικά νησιά μας και τους ενεργειακούς μας πόρους.
 
Είναι κατανοητό σε εμάς τους Έλληνες ότι οι τούρκοι είναι πολύ διαφορετικοί από κάθε άλλο λαό στην Οικουμένη. Τόσο διαφορετικοί ώστε να μην υπάρχει κανένας άλλος λαός που να τους μοιάζει. Επειδή, κανένας άλλος λαός δεν είναι εκ του φυσικού σε τέτοιο βαθμό πολεμοχαρής, επικίνδυνος και βίαιος όσο είναι εκείνοι. Δεν είναι ούτε Γερμανοί, ούτε Γάλλοι οι οποίοι πολέμησαν μεταξύ τους σε τρεις καταστροφικούς πολέμους, από το 1871 μέχρι το 1945, μέχρι να συμφιλιωθούν οριστικά. Σήμερα, μη έχοντας πλέον οποιεσδήποτε εδαφικές βλέψεις εκατέρωθεν εργάζονται για την ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση. Οι τούρκοι δεν είναι καν Βορειοκορεάτες. Είναι απίθανο να κατορθώσουμε να τους κατατάξουμε κάπου. Όπως άλλωστε διαπίστωσε ο George Horton, o Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη το 1922: “Είναι αμφίβολο κατά πόσον αυτή η φυλή ανήκει πραγματικά στο ανθρώπινο γένος”.
 
Οι τούρκοι ενσαρκώνουν σήμερα το κακό, παρόμοιο με τους χιτλερικούς πριν από ενενήντα χρόνια. Αποτελούν θανάσιμη απειλή όχι μόνο για την Ελλάδα, την Κύπρο αλλά και για ολόκληρη τη Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή.
 
Θα ήταν ένα σενάριο τρόμου, να κάνει κανείς οποιεσδήποτε προβλέψεις ως προς το που μπορεί να μας οδηγήσει στο άμεσο μέλλον τυχών μετωπική σύγκρουση με ένα τέτοιο εχθρό, την “μάστιγα της Ασίας”, όπως τους είχε χαρακτηρίσει ο George Horton. Tο μίασμα της ανθρωπότητας.
 
* Ο Νικήτας Φαγός είναι ιστορικός και κατάγεται από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Σπούδασε στο Surrey University και απόκτησε το μεταπτυχιακό MPhil (Master of Philosophy) από το Πανεπιστήμιο του Exeter του Ηνωμένου Βασιλείου. Έχει διδάξει ως αναπληρωτής καθηγητής σε κρατικά πανεπιστήμια της Βρετανίας καθώς και σε ιδιωτικά στην Κύπρο. Οι μεταπτυχιακές του εργασίες είχαν ως αντικείμενο την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων από το 1829 μέχρι το 1999, ως επίσης και την ιστορία του Β’ ΠΠ.